Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ 15 Σεπτεμβρίου 2026 Από το ημερολόγιο ενός παρεξηγημένου λύκου. Ι. Η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας Τόσος διασυρμός όλα αυτά τα χρόνια! Πώς τον άντεξα, Θεέ μου; Στο τέλος αναγκάστηκα να κλειστώ στο καβούκι μου. Να μη με βλέπουν και να μην τους βλέπω. Στη δίκη πήγαν να με λιντσάρουν. Με είχαν όλοι για ληστή. Έτσι αποφάσισα να αποξενωθώ. Άσε να λένε οι οικολόγοι πως ο λύκος είναι είδος προς εξαφάνιση. Εγώ επέλεξα να χαθώ. Και όλα αυτά γιατί η Πρόεδρος του Δικα στηρίου έδειξε μεγαλύτερη ευαισθησία στο παραμύθι που της σέρβιρε εκείνο το κακομαθημένο παλιοκόριτσο, η Κοκκινοσκουφίτσα. Ότι ήμουν, λέει, ένας αδίστακτος ληστής. Ποιος; Εγώ; Ο πιο νομοταγής πολίτης του δάσους; Το δεξί χέρι της Αστυνομίας; Πού ακούστηκε, όμως, δεκατεσσάρων χρόνων κορίτσι να παίρνει κρυφά το αυτοκίνητο της μάνας της και να κάνει σλάλομ μέσα στο δάσος; Μια παρατήρηση πήγα να της κάνω ο έρμος, λόγω αρμοδιότητας. Με τα απότομα φρεναρίσματα είχε κάνει ζημιά στα αγριολούλουδα. Κι εκείνη, με περι σσή αναίδεια, μου απάντησε: «Και σένα τι σε μέλλει, ρε παλιόγερε; Δικό σου είναι το δάσος;» Δεν μίλησα. Έφυγα. Σεβάστηκα τη γιαγιά της. Μου ήταν αγαπητή. Μου έδινε καμιά φορά ό,τι της περίσσευε από τα φαγητά της. Έμενε μόνιμα πιο κει, σ’ ένα εξοχικό. Πήγα και τη βρήκα. Της έκανα παράπονα για την εγγονή. Υπολόγιζα πως θα τη συνετίσει. Για να είμαι ειλικρινής, όμως, πιο πολύ ήθελα να αποκαταστήσει το δικό μου κύρος ως φύλακα του δάσους. Όλοι αναγνώριζαν πως, από τότε που ανέλαβα τη φύλαξή του, είχαν αλλάξει π ολλά. Δεν έβλεπες πια σκουπίδια. Είχα τοποθετήσει μέχρι και κάδους ανακύκλωσης. Απαγόρευσα τα μπάρμπεκιου και το κυνήγι. Τι να σας πω; Σωστός παράδεισος είχε γίνει η περιοχή. Η γιαγιά φοβόταν τα βράδια μήπως έρθει κανένας ληστής ή μήπως κάποιος κακοήθης βά λει φωτιά. Μου είχε ζητήσει να περνάω κάθε βράδυ. Αισθανόταν ασφάλεια. Με τόσα που είχα κάνει για χάρη της, περίμενα πως θα είχα και τη στήριξή της. «Κρύψου», μου λέει. «Κι όταν φτάσει, θα της δείξω εγώ». Έδειχνε να έχει κάποιο σχέδιο στον νου της. Κρύφτηκα σ’ ένα διπλανό δωμάτιο και περίμενα. Η Κοκκινοσκουφίτσα πάρκαρε μπροστά στην είσοδο του σπιτιού. Μπήκε στο μικρό σαλόνι και την άκουσα να λέει: «Γιαγιά, ήρθα. Κοίτα τι σου ’φερα». Όπως όλοι γνωρίζετε, είμαι περίεργο ζώο. Έσκυψα να δω από την κλειδ αρότρυπα. Είχε βγάλει κάτι από το καλαθάκι της και το έδειχνε στη γιαγιά. «Όμως δεν θα πεις στη μαμά ότι παίρνω το αυτοκίνητο». Η γιαγιά συμφώνησε. Πήρε τα τσιγαριλίκια που της έφερε η μικρή και άναψε ένα. Τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά. Ύστερα άλλη μία. Τις εισέπνεε βαθιά και βιαστικά. Σε λίγο είχε πάρει εκείνη την ηλίθια έκφραση. Είχε μαστουρώσει τελείως. Πήγα να τρελαθώ. Τέτοια συμπαιγνία! Να με κοροϊδεύουν μπροστά στα μάτια μου! Δεν το άντεξα. Υπερίσχυσε ο ανδρισμός μου — και το καθήκον. Άνοιξα την πόρτα κ αι τις απείλησα πως θα πάω στο Τμήμα να τις καταγγείλω. Η μικρή πετάχτηκε έξω και άρχισε να τρέχει, ουρλιάζοντας: «Βοήθεια! Βοήθεια! Ληστής!» Πρώτη φορά άκουγα τέτοιο ουρλιαχτό. Ούτε λύκος να ήταν. Πίσω της έτρεχα κι εγώ. Και οι δυο τρέχαμε για το Αστυνομι κό Τμήμα. Μας είδαν οι αστυνομικοί. Αγκάλιασαν τη μικρή και συνέλαβαν εμένα. Με έσυραν στα Δικαστήρια και με καταδίκασαν με αναστολή ως άτομο αντικοινωνικό και επικίνδυνο. Τώρα δεν έχω δικαίωμα να πλησιάζω το εξοχικό της γιαγιάς σε απόσταση μικρότερη των πεντακοσίων μέτρων. Ένα βράδυ, όμως, είδα μεγάλη κίνηση από αυτοκίνητα. Με τις ροδιές τους είχαν μαγαρίσει και το χορταράκι που τρώνε τα προβατάκια μου. Κρυφά, χωρίς να γίνω αντιληπτός, πλησίασα στο τζάμι. Πέντε - έξι ηλικιωμένες κυρίες το... ντουμάνιαζαν στ ο σαλόνι. Δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία. Η μικρή διακινούσε μπάφο. Οι φίλες της γιαγιάς «την έβρισκαν» στο εξοχικό της. Μία και δύο, πάω πάλι στην Αστυνομία. «Ένοχος ένοχον ου ποιεί», μου λένε. «Είσαι αναξιόπιστος». Δηλαδή φόρτωσαν σε μένα το αδίκημα και ξεφο ρτώθηκαν τις δικές τους ενοχές; Πήγα να τρελαθώ. Να σας βράσω κι εσάς, και τα νομικά σας τερτίπια. Δεν θέλω να ξέρω κανέναν σας. Τώρα ζω μοναχός μου, κάνω καλά τη δουλειά μου και δεν έχω ούτε στερήσεις ούτε παραισθήσεις. ΙΙ. Ο Λύκος επέστρεψε από την εξορ ία Ύστερα από τρία χρόνια αποφάσισα να επιστρέψω. Όχι από κάποια φυλακή με κάγκελα και φύλακες, αλλά από τη φυλακή της σιωπής, της ντροπής και της εξορίας. Εγώ την είχα διαλέξει, όταν κατάλαβα ότι τα λόγια μου δεν έφταναν για να με ακούσουν, πόσο μάλλον γ ια να με πιστέψουν. Για να είμαι ειλικρινής, δεν πολυήθελα να γυρίσω. Όμως κάποιος μου έστειλε γράμμα. Ανώνυμο. «Γέρο Λύκε, έλα πίσω. Το παραμύθι ξαναγράφεται. Μόνο που αυτή τη φορά, εσύ κρατάς την πένα». Πήγα στα παλιά μου λημέρια. Όχι για να χαρώ τη φύση — πού να την έβρισκα — αλλά για να δω αν υπήρχε ακόμη. Το δάσος δεν ήταν πια το ίδιο. Μπάρμπεκιου, μουσικές με μπάσα που σου τρύπαγαν τ’ αυτιά, καλαμάκια, κονσερβοκούτια και προφυλακτικά πεταμένα παντού. Τα δέντρα είχαν πινακίδες: «Ιδιωτικός χώρος». «Απαγ ορεύεται η βόσκηση». «Χώρος εκδηλώσεων». Γέλασα πικρά. Η Κοκκινοσκουφίτσα είχε γίνει Μεγάλη. Επικράτησαν όλα όσα κάποτε πολεμούσα. Κι εγώ; Εγώ ήμουν ο «παλαβός ο Λύκος», ο «ληστής», ο «απειλητικός και αντικοινωνικός», όπως έγραφε η απόφαση του δικαστηρίου. Πήγα σε ένα event όπου προήδρευε εκείνη. Φιλανθρωπίες, panels για «επανένταξη ανηλίκων στην κοινωνία», «δικαιώματα του θύματος». Καθόμουν στο βάθος της αίθουσας. Με αναγνώρισε αμέσως. Παρότι είχα ασπρίσει, αδυνατίσει και έμοιαζα πιο... άνθρωπος. Με πλησία σε μετά το τέλος. «Ακόμα ζεις εσύ;» μου πέταξε. Δεν απάντησα. Δεν χρειαζόταν. Την κοίταξα. Πώς γίνεται ένα παιδί να γίνει τόσο βολικό ψέμα για τόσο κόσμο; Έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Έχεις ακόμα θυμό;» «Όχι», της είπα. «Ξεθύμανε κι αυτός, όπως το χώμα όταν δεν το ποτίζεις». Καθίσαμε για καφέ. Για δέκα λεπτά δεν είπαμε τίποτα. Ύστερα τη ρώτησα: «Γιατί το έκανες;» «Γιατί... έτρεμα», απάντησε. «Όχι εσένα. Το βλέμμα σου. Εκείνη την αυστηρότητα. Ένιωθα ένοχη πριν καν πω λέξη». «Και τώρα;» Χαμήλωσε τη φωνή. «Τώρα το βλέπω. Δεν ήσουν εσύ ο κίνδυνος. Ούτε εγώ το θύμα. Αλλά ήμουν παιδί. Και τα παιδιά τρομάζουν εύκολα. Και ψεύδονται ακόμα ευκολότερα». Δεν απάντησα. Είχε μεγαλώσει. Δεν είχε μετανοήσει. Απλώς είχε ωριμάσει. Κι αυτό ήταν άλλο πράγμα. Πριν φύγει, με κοίταξ ε ξανά. «Ξέρεις τι σκέφτομαι καμιά φορά;» Περίμενα. «Πως ίσως όλοι μας χρειαζόμασταν έναν Λύκο». Δεν της απάντησα. Δεν ήξερα αν αυτό ήταν συγγνώμη ή απλώς μια άλλη εκδοχή της ιστορίας. Το ίδιο βράδυ στάθηκα έξω από το παλιό εξοχικό της γιαγιάς. Σπασμένα τζ άμια, ξεχασμένα λάστιχα, ένα καλαθάκι ακόμα στο περβάζι. Από συνήθεια, κοίταξα μέσα. Δεν είδα κανέναν. Άκουσα όμως. Φωνές σαν ηχώ από το παρελθόν: «Κρύψου, θα της δείξω εγώ!» «Γιαγιά, ήρθα! Κοίτα τι σου ’φερα!» «Μην πεις τίποτα στη μαμά, εντάξει;» Κι εγώ: «Θα σας καταγγείλω!» Κι ύστερα εκείνη η κραυγή: «Ληστήηηηης!» Ένα πρόβατο με επανέφερε στον πραγματικό χρόνο. Μικρό, κουρασμένο, με καθαρά μάτια. Είχε μια ροζ βούλα στο αυτί, σημάδι από τις μέρες που κάποιοι έλεγαν «διαχείριση» και εννοούσαν «σφαγή». Κάθισ ε απέναντί μου. «Εσένα σε έφαγε η φήμη», μου είπε. «Εμάς μας τρώνε κάθε τόσο». «Κι όμως επιμένετε να ψηφίζετε τους ίδιους λύκους...» «Όχι λύκους», είπε. «Κατσίκες μεταμφιεσμένες ψηφίζουμε. Εσύ ήσουν άλλος Λύκος. Εσύ... φύλαγες!» Ύστερα σιώπησε. Κι εγώ έκαν α πίσω. Πήρα πάλι τα βουνά. Ξέρεις κάτι; Εκεί επάνω δεν υπάρχουν προδότες. Μόνο αλήθειες που δεν χρειάζονται χειροκρότημα. Και σιωπή. Που δεν τη φοβάσαι πια. ΙΙΙ. Ο Λύκος και η Κοκκινοσκουφίτσα μετά από χρόνια Μετά την τελευταία μου επιστροφή, ξαναέφυγα. Αυτή τη φορά, όμως, όχι κυνηγημένος. Δεν με έδιωξαν. Έφυγα επειδή βαρέθηκα. Και, μεταξύ μας, είναι πολύ πιο δύσκολο να εξηγήσεις ότι έφυγες επειδή βαρέθηκες παρά επειδή σε αδίκησαν. Στην αρχή, τα ζώα περίμεναν πως θα ξαναγύριζα. «Θα του περάσει», έλεγαν. «Θα ξανακατέβει». Δεν κατέβηκα. Πέρασαν μέρες. Ύστερα εβδομάδες. Κι ύστερα άρχισαν να ανεβαίνουν τα ζώα. Όχι για να μου ζητήσουν συμβουλές. Ούτε για να με κατηγορήσουν. Απλώς για να καθίσουν. Κι αυτό μου φάνηκε παράξενο. Παλιά ήθελα να μιλάω. Τώρα δεν είχα τίποτα να πω. «Παλιά είχα περισσότερο χρόνο», σκέφτηκα. Τώρα είχα το βουνό. Μια μέρα ήρθε η Κοκκινοσκουφίτσα. Κάθισε απέναντί μου χωρίς να μιλήσει. Δεν ήταν πια εκείνο το παιδί. Ούτε εγώ ήμουν εκείνος ο Λύκος. Κοιτάξαμε για λίγο ο ένας τον άλλον. «Θυμάσαι ;» με ρώτησε. «Τα πάντα». «Εγώ κάποια τα έχω ξεχάσει». «Καλύτερα». «Γιατί;» «Γιατί δεν είναι ανάγκη να κουβαλάς όλη σου τη ζωή». Χαμογέλασε. Έμεινε σιωπηλή. Ύστερα έβγαλε από την τσέπη της ένα παλιό, τσαλακωμένο χαρτί. «Τι είναι αυτό;» τη ρώτησα. «Η απόφαση του δικαστηρίου». Γέλασα. «Ακόμα την έχεις;» «Την κράτησα πολλά χρόνια». «Γιατί;» «Δεν ξέρω. Ίσως για να θυμάμαι ποια ήμουν». Την κοίταξα. «Και τώρα;» Έσκισε το χαρτί στα δύο. Ύστερα στα τέσσερα. Τα άφησε στον αέρα. Ο άνεμος τα πήρε και τα κατέβασε στην πλαγιά. Δεν είπα τίποτα. Ούτε εκείνη. Μετά από λίγο σηκώθηκε. «Δεν ήρθα να σου ζητήσω συγγνώμη», είπε. «Το ξέρω». «Ούτε να μου πεις ότι με συγχωρείς». «Δεν χρειάζεται». «Τότε γιατί ήρθα;» Χαμογέλασα. «Ίσως για να δεις αν υπάρχει ακόμα ο Λύκος που θυμάσαι». Με κοίταξε. «Δεν υπάρχει. Ούτε η Κοκκινοσκουφίτσα που θυμάσαι υπάρχει». «Μάλλον όχι». Σηκώθηκε να φύγει. Πριν στρίψει στο μονοπάτι, ρώτησε: «Δεν θα ξαναγυρίσεις;» «Όχι». «Ποτέ;» «Ποτέ είναι μεγάλη λέξη». Χαμογέλασε. «Τότε πες μου κάτι πιο μικρό». Την κοίταξα. «Δεν έχω λόγο». Έφυγε. Κι εγώ έμεινα εκεί. Κοίταξα κάτω το δάσος. Το ίδιο δάσος που κάποτε φύλαγα. Το ίδιο δάσος που κάποτε με έδιωξε. Το ίδιο δάσος που χρόνια αργότερα με ξαναδέχτηκε, χωρίς ποτέ πραγματικά να μου ζητήσει συγγνώμη. Κάποτε ήθε λα να με δικαιώσουν. Ύστερα ήθελα να με καταλάβουν. Τώρα μου αρκεί που ξέρω εγώ. Για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, δεν ένιωθα ούτε κυνηγημένος ούτε νικητής. Απλώς ελεύθερος. Και τότε κατάλαβα κάτι τελευταίο. Ίσως ο Λύκος να μην είχε θέση ποτέ στο παρα μύθι. Ίσως απλώς είχε αργήσει να καταλάβει πως δεν ήταν υποχρεωμένος να μείνει μέσα του. Γιατί μερικές φορές το πιο γενναίο πράγμα δεν είναι να επιστρέψεις στο παραμύθι, αλλά να το αφήσεις να τελειώσει χωρίς εσένα. Κοίταξα γύρω μου. Ύστερα πήρα τον δρόμο για πιο ψηλά. Όχι για να κρυφτώ. Αλλά για να μείνω. Νίκος Καρβουνάς